επωμάδιος

ἐπωμάδιος, -ον και -ος, -ία, -ον (AM)
αυτός που βρίσκεται στους ώμους ή φέρεται επάνω στους ώμους (α. «πτέρυγας γὰρ ἐπωμαδίας φορεῑ», Θεόκρ.
β. «ἐπωμάδιον... ἔχων τόν... σταυρὸν ἔξω τῆς πύλης ἔπαθεν ὁ Ἰησοῡς», Ωριγ.)
αρχ.-μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπωμάδιον
επώμιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ώμ-ος + κατάλ. -άδιος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπωμάδιος — on the shoulders masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμάδιον — ἐπωμάδιος on the shoulders masc/fem acc sg ἐπωμάδιος on the shoulders neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμαδίῳ — ἐπωμάδιος on the shoulders masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμάδια — ἐπωμάδιος on the shoulders neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμάδιοι — ἐπωμάδιος on the shoulders masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επώμιο — το (AM ως επίθ. ἐπώμιος, ον) νεοελλ. μικρό ορθογώνιο ύφασμα στους ώμους τών στρατιωτικών χιτωνίων και τής μικρής στολής τών αξιωματικών με τα διακριτικά τής μονάδας και τού βαθμού αρχ. μσν. 1. ο επωμάδιος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπώμιον το ωμοφόριο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.